σελευκίδης

ο, ΝΑ
1. ο απόγονος τού βασιλιά τής Συρίας Σελεύκου Α
Νικάτορος
2. (στον πληθ. ως κύριο όν.) οι Σελευκίδες και oἱ Σελευκίδαι
περιληπτική ονομασία τών διαδόχων τού βασιλιά τής Συρίας Σελεύκου Α' Νικάτορος («το κράτος τών Σελευκιδών»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < Σέλευκος + πατρωνυμική κατάλ. -ίδης (πρβλ. Κρον-ίδης)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • παραδείσια πτηνά — Όνομα με το οποίο χαρακτηρίζονται μερικά στρουθιόμορφα πουλιά της οικογένειας των παραδεισιδών, που ονομάστηκαν έτσι για την ωραιότητα του φτερώματός τους, που είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό στα αρσενικά. Τα πουλιά αυτά είναι διαδεδομένα σχεδόν μόνο …   Dictionary of Greek

  • Σαμόσατα — Πόλη της αρχαίας Συρίας, στη δεξιά όχθη του Ευφράτη, το σημερινό χωριό Σαμσάτ. Υπήρξε η γενέτειρα του Λουκιανού και πρωτεύουσα των βασιλέων της Κομμαγηνής. Ένας από αυτούς, ο Αντίοχος, ένας Σελευκίδης, αντιστάθηκε για αρκετό καιρό στον πρώτο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.